Γνώμες

Διεθνείς ΜΚΟ, «ωφελούμενοι» και κοινωνική αλληλεγγύη

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

ngo

Το 2015, η προσφυγική κρίση έφερε στα μέρη μας τις μεγάλες πολυεθνικές NGO (ΜΚΟ) κι έτσι είχαμε την ευκαιρία, ως ακτιβιστές σε σωματεία, συλλογικότητες και εθελοντικές οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, να γνωρίσουμε από κοντά πώς σκέφτονται και πώς δρουν.

Οι διεθνείς οργανώσεις που διαχειρίστηκαν στη χώρα μας τις προσφυγικές ροές με τα κονδύλια του ΟΗΕ και της Ε.Ε. για τις ανθρωπιστικές κρίσεις, ήταν μερικές εκατοντάδες και σχημάτιζαν ένα ευρύ φάσμα όσον αφορά τη φιλοσοφία, τα σχέδια δράσης και τους στόχους παρέμβασής τους.

Επιχειρησιακά και επαγγελματικά έτοιμες, με πολυσέλιδα συμβόλαια και κώδικες δεοντολογίας, δικηγόρους, managers, λογιστές και υπεύθυνους δημοσίων σχέσεων κι επικοινωνίας, διέθεταν έναν δομημένο μηχανισμό υψηλόμισθων στελεχών, που ταξιδεύουν στη γεωγραφία της «ανθρωπιστικής κρίσης».

Τις είδαμε να ιδρύουν τοπικά νομικά πρόσωπα -κυρίως αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, ενώ συνεργάστηκαν με ιθαγενείς οργανώσεις, υπογράφοντας συμβόλαια υπεργολαβίας. Εγινε, έτσι, πολύ γρήγορα κατανοητό ότι διεθνείς NGO και ιθαγενής εθελοντισμός μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, είχαν διαφορετική ορολογία και στόχευση, δεν συνέπιπταν στην ίδια την εννοιολόγηση της θεμελιώδους αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Η ντόπια εθελοντική δράση αντιμετωπιζόταν συχνά από τις NGO με καχυποψία και ενόχληση ως εξ ορισμού ερασιτεχνική και αυθόρμητη, ενώ, ταυτόχρονα, από την άλλη μεριά, ο λόγος τoυς, όταν απευθυνόταν στην κοινή γνώμη και τα διεθνή ΜΜΕ, όπως άλλωστε και τα πολύ προσεγμένα διαφημιστικά τους trailers, αξιοποιούσαν πάντοτε μια γενική αύρα εθελοντισμού και προσφοράς, προκειμένου να διεγείρεται η συμπάθεια και η αποδοχή που δεν απολαμβάνουν συνήθως οι επαγγελματίες.

Δυο χρόνια μετά, μας αποχαιρέτησαν για άλλα πονεμένα μήκη και πλάτη της γης, αλλά οι συζητήσεις για τον ρόλο, τη σημασία και τις πρακτικές τους απασχολούν πολλούς από εκείνους που συμμετείχαν στο πρωτόγνωρο εθελοντικό κίνημα αλληλεγγύης που γεννήθηκε στη χώρα μας.

Η εμπειρία του προσφυγικού αλλά και του ιδιαίτερου ρόλου που παίζουν οι NGO στον πλανήτη, σήμερα, προβληματίζει από άποψη «ανθρωπιστική», πολιτική, κοινωνική και διαμόρφωσης ταυτοτήτων, κυρίως των νέων ανθρώπων που έλκονται από το όραμα της ανιδιοτελούς προσφοράς και τη συμμετοχή σε νέου τύπου εγχειρήματα.

Αλλά τι είναι, εντέλει, αυτές οι οργανώσεις; Οι συνεχιστές ή οι καινοτόμοι ανατροπείς της παλιάς λογικής της φιλανθρωπίας;

Οι εμπνευσμένοι εκπρόσωποι της σύγχρονης κοινωνικής αλληλεγγύης ή οι αντικαταστάτες των υπηρεσιών του κράτους που ολοένα υποχρεώνεται σε συμπίεση;

Μια νέα, ήπια αποικιοκρατική παρέμβαση που ακολουθεί τις στρατιωτικές επεμβάσεις και τις ανθρωπιστικές κρίσεις που προκαλούν;

Στο βιβλίο της «Ο ειρωνικός θεατής», η καθηγήτρια του LSE Λίλυ Χουλιαράκη μάς βοηθάει να καταλάβουμε αυτό τον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» και τους μηχανισμούς του, υπογραμμίζοντας την εργαλειοποίηση του πεδίου των παγκόσμιων ΜΚΟ και τους όρους κάτω από τους οποίους αυτή επιτελείται στις μέρες μας.

«Οταν εξετάσουμε την αλληλεγγύη ως πρόβλημα επικοινωνίας, δηλαδή ως ηθική αξίωση που επιζητεί να συμφιλιώσει τα ανταγωνιστικά αιτήματα της αγοράς, της πολιτικής και των μέσων επικοινωνίας, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πώς το θέμα της οδύνης μετατρέπει τη Δύση υπόγεια αλλά σταθερά, σε ένα ιδιαίτερο είδος δημόσιου δρώντα: στον ειρωνικό θεατή ευάλωτων άλλων». (σ. 18-19)

Ο ειρωνικός θεατής, τίποτε λιγότερο από τον αποστασιοποιημένο μέσο άνθρωπο, όπως ο καθένας μας, μπορεί να κινητοποιείται για τον πόνο και τη δυστυχία του άλλου, αλλά σε δύο πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις: είτε από το βαθύτερο αίσθημα δικαιοσύνης, που είναι και το ζητούμενο για μας, είτε, όμως, από την αυτοαναφορικότητα και τον ναρκισσισμό.

Η αλληλεγγύη κινδυνεύει, εάν δεν εμπεριέχει ενσυναίσθηση, να τροφοδοτήσει εύκολα τον ναρκισσιστικό συναισθηματισμό και, το κυριότερο, να μετατραπεί σε επιχειρηματικό υπολογισμό που διαμορφώνει σώματα εμπειρογνωμόνων και επαγγελματιών, τα οποία λειτουργούν με τον νου πρωτίστως στραμμένο στη διαιώνιση της οργάνωσης.

Αλλά στόχος μιας οργάνωσης αλληλεγγύης είναι να συντηρούνται τα προβλήματα, για να μη χάνει τον ρόλο της ή να δυναμώνει τη φωνή όσων δεν ακούγονται, να παρεμβαίνει και να τους ενισχύει, να λύνει εντέλει προβλήματα και να γίνεται περιττή;

Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο είναι πολύ μακριά από το μυαλό όσων παρέχουν διαμεσολαβήσεις και παρεμβάσεις, των διαφημιστών και άλλων επαγγελματιών της επικοινωνίας «που ορίζουν ή υπερκαθορίζουν από κοινού τις στρατηγικές branding» των οργανώσεων (ο.π.).

Λαμπρές συναυλίες, καμπάνιες, αθλητικά γεγονότα, μεγάλες διοργανώσεις, διάσημα ονόματα της showbiz χρησιμοποιούνται για να προβάλουν το προφίλ των οργανώσεων και να ευαισθητοποιήσουν τον κόσμο, αλλά το μυστικό είναι ότι το κόστος τους δεν αποτελεί μια δωρεάν προσφορά.

Οι επαγγελματίες συνήθως πληρώνονται για να προσδώσουν στην οργάνωση επικοινωνιακό κέρδος και να προβάλουν στο μυαλό μας έναν κόσμο επεξεργασμένων εύπεπτων καταστροφών, που δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει, αλλά που μας αφήνει ανέπαφους και ικανούς να τον ξορκίζουμε, συνεισφέροντας απλώς μερικά ευρώ ή δολάρια.

Αραγε όσο πιο μεγάλη και πιο επαγγελματική μια οργάνωση τόσο περισσότερη ή τόσο λιγότερη η αλληλεγγύη που διακινεί;

Η γιγάντωση διεθνών οργανισμών στο πεδίο, με ισχυροποίηση του ρόλου τους ως ενδιάμεσων που υπαγορεύουν κανόνες και επιβάλλουν συγκεκριμένα μοντέλα οργάνωσης και ανάπτυξης, η επικράτηση των επιλογών ανεξέλεγκτων εμπειρογνωμόνων και η νομιμοποίηση της συμμετοχής κερδοσκοπικών εταιρειών με ειδικά καθεστώτα οδήγησαν σε μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα την αλληλεγγύη;

Οι απαντήσεις διίστανται και χρειάζεται δημόσιος διάλογος για να αποσαφηνιστούν πολλές από τις αντιφάσεις που υπάρχουν και πλευρές τους που παραμένουν στη σκιά, δεδομένου ότι όχι μόνο ο γιγαντισμός τους αλλά και η ιδεολογική επιρροή τους είναι μεγάλη, συχνά μεταφέροντας έναν στρογγυλεμένο απολιτικό λόγο.

Στο μικρό χρονικό διάστημα που έμειναν στη χώρα μας οι NGO, μετέδωσαν σε αρκετές χιλιάδες νέους ανθρώπους την αντίληψη, τις πρακτικές και το μάρκετινγκ της λειτουργίας τους.

Η προσφυγική εμπειρία έγινε συχνά, από υπόθεση εθελοντισμού και αλληλεγγύης, υπόθεση διαχείρισης «ωφελουμένων», όπως αποκαλούνται πλέον στη σχετική αργκό οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, οι φτωχοί, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι και κάθε ομάδα που έχει την ατυχία να είναι ευάλωτη και εκτεθειμένη στη φροντίδα των ειδικών.

Ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό, δικηγόροι, λογιστές, αποτέλεσαν την επαγγελματική ομάδα υποστήριξης των αδυνάτων.

Μπροστά τους, το αρχικό εθελοντικό κίνημα υποχώρησε, πολλές φορές υπό ασφυκτική πίεση.

Είναι σημαντικό, επομένως, να δει κανείς την επαγγελματική πλέον διάσταση και των ελληνικών ΜΚΟ. Στις προηγούμενες μορφές των σωματείων και μη κερδοσκοπικών συλλόγων αλληλεγγύης, ο εθελοντισμός ήταν ο βασικός άξονας συμμετοχής και δημιουργίας κοινότητας.

Οσοι απευθύνονταν για στήριξη στο σωματείο αυτομάτως συμμετείχαν στην κοινότητα και έτσι οι δύο πλευρές, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε παραδοσιακά στις φιλανθρωπικές οργανώσεις, δεν αποτελούσαν δύο πόλους αλλά μια ομάδα που μοιραζόταν και έλυνε προβλήματα στο εσωτερικό της ίδιας κοινότητας.

Στη νέα μορφή οργάνωσης των ΜΚΟ, αυτές αποτελούν κατά κάποιον τρόπο επαγγελματικές υπηρεσίες που γεννήθηκαν με τη μείωση της κρατικής πρόνοιας ως πιο ευέλικτες και φτηνές.

Ωστόσο, η πείρα έχει δείξει ότι πολύ σύντομα περιθωριοποιούν τον εθελοντισμό, θέτοντάς τον εκτός των κέντρων λήψης των αποφάσεων και της διοίκησής τους.

Οσο μεγαλώνουν και διευρύνονται, προτεραιότητα δεν έχουν πλέον η αλληλεγγύη και τα ζωτικά προβλήματα που πρέπει να λυθούν, αλλά η συντήρηση της ίδιας της οργάνωσης και των στελεχών της. Είναι αυτό που, όπως έχουμε δει σε πλείστες περιπτώσεις, οδηγεί την οργάνωση να καθορίζει τη δράση της, κυνηγώντας αδιακρίτως χρηματοδοτικά προγράμματα.

Δύσκολα και μη δημοφιλή προβλήματα αποκλείονται, ενώ υιοθετείται η λογική των αριθμών που πολύ συχνά είναι εντυπωσιακοί, επειδή δεν αναφέρουν τα προβλήματα που λύθηκαν, αλλά τις επισκέψεις ή τα τηλεφωνήματα που έγιναν στην οργάνωση, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Οποιος έχει την εμπειρία τηλεφωνικών γραμμών στις οποίες απευθύνθηκε για να ζητήσει βοήθεια ή σχετικών υπηρεσιών, έχει διαπιστώσει πόσο ασθενής και ανεπαρκής είναι η εξυπηρέτηση.

Στην επικράτεια των διεθνών ΜΚΟ, η φωνή των εθελοντών έχει εδώ και καιρό σιγήσει.

Οσο για τη φωνή των «ωφελουμένων», αυτή ακούγεται μόνο κάθε φορά που η οργάνωση την επιλέγει για να πει δυο λόγια (συχνά στρογγυλεμένα από τον διαφημιστή ή τον υπεύθυνο μάρκετινγκ και δημοσίων σχέσεων), για να συγκινήσει το κοινό και τους δωρητές ή να προκαλέσει τη συμπάθεια για νέες χρηματοδοτήσεις.

Κάποτε, μερικές δεκαετίες πριν, όταν οι οργανώσεις έκαναν καμπάνιες για την παροχή ειδών πρώτης ανάγκης, μας ενημέρωναν ότι στα 10 ευρώ της δωρεάς μας, τα 8 πήγαιναν κατευθείαν στους ανθρώπους που είχαν ανάγκη και τα 2 στην οργάνωση.

Σήμερα, η παροχή υπηρεσιών θεωρείται λογικό να απορροφά σχεδόν το σύνολο των δωρεών. Οι μισθοί του προσωπικού μιας ΜΚΟ κυμαίνονται σε ένα ποσοστό 75-80% μιας δωρεάς.

Τα ερωτήματα είναι πολλά. Υπάρχει επαρκής έλεγχος λειτουργίας, σκοπιμότητας δράσεων και οικονομικών;

Υπάρχει διαφάνεια, όπως προδιέγραφαν έρευνες και ημερίδες; Αρκούν οι κανονισμοί δεοντολογίας, προκειμένου να μην ξεσπούν συχνά σκάνδαλα κακοδιαχείρισης ή σεξουαλικής συμπεριφοράς (βλ. πρόσφατα Oxfam);

Διερευνώνται οι περιπτώσεις χρηματοδοτήσεων έναντι αποσιωπήσεων, αποκρύψεων και τήρησης ισορροπιών;

Πόσο συχνές είναι οι περιπτώσεις όπου η διόγκωση προβλημάτων και η δημιουργία θορύβου χρησιμοποιείται προκειμένου να δοθούν μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις σε μια οργάνωση;

Είναι οι νομικές μορφές που υπάρχουν αλλά και η εποπτεία αρκετή να εξασφαλίσει τη χρηστή διοίκηση και να αποτρέψει την αυθαιρεσία;

Παρ’ όλα αυτά, μπροστά στα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας και για τα οποία απαιτείται μεγάλης έκτασης και έντασης αλληλεγγύη, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί το κίνημα των εθελοντικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων που χτίζουν κοινότητες.

Μια κοινότητα στο εσωτερικό της οποίας η ανάγκη και η προσφορά των ανθρώπων ανταλλάσσονται ισότιμα και χωρίς διαμεσολαβήσεις.

Μια κοινότητα στην οποία η επαγγελματική απασχόληση περιορίζεται στην απολύτως αναγκαία και διαπνέεται από υψηλού επιπέδου εργασιακή ηθική.

Μια κοινότητα που θα λειτουργεί επίσης σαν δίκτυο ενσωμάτωσης των προσφύγων, των ευάλωτων παιδιών, των ΑΜΕΑ, χωρίς πολιτισμικές διακρίσεις, χωρίς γκετοποίηση και αποκλεισμούς.

Ενα δίκτυο πορώδες, που θα επικοινωνεί και θα επηρεάζει τα κοινωνικά κύτταρα και θα βελτιώνει την καθημερινή συμβίωση αλλά και τις αντιλήψεις και νοοτροπίες μας.

Ενα δίκτυο με κοινωνική εγρήγορση και παρρησία λόγου. Αν δεν πετύχουμε κάτι τέτοιο, τότε θα έχει γεννηθεί ένα νέο τέρας, επωφελούμενο των «ωφελουμένων».

*Μέλος του Δ.Σ. του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού

 

https://www.efsyn.gr/arthro/diethneis-mko-ofeloymenoi-kai-koinoniki-allileggyi

σχόλια