ΑΠΟΨΕΙΣ

«Λείπει ο μετριοπαθής και πληροφορημένος λόγος για τους μετανάστες»

UNHCR

0634A0A4BD1A203F90DBEE28DB479F31

Μια ενδελεχής έρευνα της ελληνικής πολιτικής για την παράτυπη μετανάστευση, που δημοσιεύτηκε στα τέλη Οκτωβρίου, προσέλκυσε το ακαδημαϊκό, δημοσιογραφικό και πολιτικό ενδιαφέρον εντός κι εκτός των ελληνικών συνόρων. Εξετάζοντας τη μεταναστευτική πολιτική υπό το πρίσμα κόστους-αποτελεσματικότητας, η Ομάδα Μετανάστευσης του ΕΛΙΑΜΕΠ κατέδειξε την περιορισμένη οικονομική αποδοτικότητα μέτρων που επικεντρώνονται στην αστυνόμευση των συνόρων και τις συλλήψεις, και προέβη σε μια σειρά εναλλακτικών προτάσεων προς την ελληνική πολιτεία. Όμως πέρα απ’ το οικονομικό τους κόστος, ποιος είναι ο κοινωνικός αντίκτυπος των εφαρμοζόμενων μέτρων για την παράτυπη μετανάστευση; Ποια είναι η σχέση τους με την ανάπτυξη του ρατσιστικού φαινομένου και τι μπορούμε να κάνουμε για την αντιμετώπιση αυτής της μάστιγας; Η Άννα Τριανταφυλλίδου, καθηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας και επικεφαλής της έρευνας του ΕΛΙΑΜΕΠ, δίνει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα σε μια αναλυτική συνέντευξη στο 1againstracism.gr, την πλατφόρμα της εκστρατείας κατά της ρατσιστικής βίας της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Ποιο είναι το κοινωνικό κόστος των πολιτικών διαχείρισης της παράτυπης μετανάστευσης; Πώς επηρεάζουν την κοινωνική συνοχή;

Στην Ελλάδα συμβαίνουν τρία πράγματα: Καταρχήν, παρατηρείται μια σύγχυση. Ενώ το στερεότυπο του μετανάστη στην Ελλάδα ήταν ο Αλβανός μετανάστης, η κρίση και ο λόγος συγκεκριμένων κομμάτων και φορέων περί παράνομης μετανάστευσης προκάλεσαν τη συνολική απονομιμοποίηση των μεταναστών, δημιουργώντας σύγχυση. Τώρα πια, καθώς έχουν περάσει αρκετά χρόνια κρίσης, ακούγονται απόψεις όπως: «Δεν έχω πρόβλημα με τους Αλβανούς που μένουν δίπλα μου» ή «δεν εννοώ τους Γεωργιανούς, που τους γνωρίζω». Όμως μιλάμε για περίπου 300.000 άτομα που έχουν μακρόχρονη άδεια παραμονής, σε σύγκριση με έναν πληθυσμό που είναι νεοαφιχθείς και σε μεγάλο βαθμό χρήζει διεθνούς προστασίας.

Δεύτερον, παρατηρείται γενικότερα μεγάλη ανοχή στο ρατσισμό στην Ελλάδα. Υπάρχει μεγάλη ανεκτικότητα στη «δυσ-ανεκτικότητα». Δεν αυτολογοκρίνεται κανείς όταν εκφράζει ρατσιστικές και εθνικιστικές απόψεις, γεγονός που βγήκε στην επιφάνεια με την κρίση. Έτσι, ανατράπηκε, δυστυχώς, μια σημαντική πρόοδος που είχε σημειωθεί στα θέματα ένταξης και στην αυτοαντίληψη της ελληνικής κοινωνίας ως πολιτισμικά και θρησκευτικά ποικιλόμορφης.

Τρίτον, ακόμα και η φιλανθρωπία έγινε εθνικιστική σήμερα στην Ελλάδα! Ενώ παλαιότερα πολλοί βοηθούσαν παιδιά μεταναστών που είχαν περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, όταν ξεκίνησε η κρίση άρχισαν αντανακλαστικά να λένε: «Τους μετανάστες θα βοηθήσουμε; Ας βοηθήσουμε τους δικούς μας ανθρώπους, τους Έλληνες, τώρα που το χρειάζονται». Στην δίκη μου αντίληψη η αλληλεγγύη δεν έχει χρώμα ούτε υπηκοότητα. Βοηθάς κάποιον γιατί έχει ανάγκη βοήθειας, όχι ανάλογα με την εθνικότητά του. Εξάλλου, είμαστε όλοι μέλη της ίδιας κοινωνίας. Λίγη σημασία έχει αν είμαστε Έλληνες, Ουκρανοί ή Πακιστανοί – πέραν τού ότι η κρίση έπληξε ιδιαίτερα το μεταναστευτικό πληθυσμό που ήταν πιο ευάλωτος οικονομικά.

Συνδέεται η ανάπτυξη ρατσιστικών συμπεριφορών με τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης;

Πάντοτε προωθούνταν μια εικόνα των μεταναστών ως ατόμων που παραβιάζουν το νόμο και καθιστούν τη χώρα «ξέφραγο αμπέλι». Να σημειώσω ότι οι πρώτοι που δεν σέβονται τη χώρα και τους νόμους συνήθως είμαστε εμείς. Όμως παράλληλα με την κρίση, ξέσπασαν τόσα προβλήματα στη γειτονική μας περιοχή που γενικώς εντάθηκαν οι πιέσεις. Σίγουρα δεν υπήρξε μετριοπαθής και πληροφορημένος λόγος. Πρώτον, για να διαχωρίσει τους ανθρώπους που ζουν ήδη εδώ και μπορεί να έχουν προβλήματα με τα χαρτιά τους λόγω ανεργίας ή γενικά διοικητικής αναποτελεσματικότητας από τους νεοαφιχθέντες, κι έπειτα για να επισημάνει ότι ανάμεσα στους νεοαφιχθέντες υπάρχουν πολλοί που χρήζουν διεθνούς προστασίας. Τρίτον, για να υπογραμμίσει ότι ένας Αφγανός, ένας Πακιστανός ή ένας Σομαλός δεν ξυπνάει το πρωί και θέλει να έρθει στην Ελλάδα. Η προτίμησή τους θα ήταν να μείνουν στη χώρα τους, αλλά αναγκαστικά φεύγουν όταν γίνεται πόλεμος και δεν υπάρχει η στοιχειώδης ανθρώπινη ασφάλεια ούτε μέλλον για τα παιδιά τους. Να θυμίσω ότι σε πολλές φάσεις της ελληνικής ιστορία οι Έλληνες πήραν το δρόμο της ξενιτιάς για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Και δεν πρέπει να ωραιοποιούμε το τι συνέβαινε τότε. Ούτε καλοδεχούμενοι ήταν πάντα, ούτε νόμιμοι ήταν πολλές φορές.

Μπορούμε να κάνουμε λόγο για θεσμικό ρατσισμό στις πολιτικές αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης;

Καταρχάς στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν η έννοια του «racial profiling», που χρησιμοποιείται ως πρακτική. Αν εγώ ή εσείς πηγαίναμε με το αυτοκίνητό μας στο λιμάνι της Πάτρας χωρίς εισιτήριο, δεν θα μας σταματούσε κανείς. Αν δοκίμαζε ένας Ασιάτης νέος, άνδρας και λίγο μελαμψός, δεν θα έμπαινε. Θυμάμαι εδώ και είκοσι χρόνια να λένε οι οικονομικοί μετανάστες: «Φεύγω από τη δουλειά και αλλάζω ρούχα, ντύνομαι καλά, για να μη με σταματήσουν στο λεωφορείο». Πιστεύω ότι δεν υπήρχε καν αντίληψη ότι είναι κακό το «racial profiling». Βέβαια, αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι στην Ελλάδα, έτσι όπως ήταν η πολιτική τής πολιτογράφησης, δεν υπήρχαν Έλληνες φαινοτυπικά διαφορετικοί. Αλλά σίγουρα δεν υπάρχει αντίληψη και δεν έχει υπάρξει σχετική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση, στο ότι κάποιος που είναι μόνιμα διαμένων στη χώρα έχει σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με τον Έλληνα πολίτη, κι επομένως δεν μπορείς να τον κακοποιείς επειδή απλώς δείχνει διαφορετικός. Η αστυνομία ήταν ο πρώτος φορέας ρατσισμού, ενώ είναι γνωστοί οι ισχυρισμοί ότι πολλοί αστυνομικοί ήταν υποστηρικτές ακροδεξιών κομμάτων.

Τι μπορούμε να κάνουμε για να καταπολεμήσουμε το ρατσισμό στην κοινωνία;

Σαφώς, είναι θέμα πολιτικής βούλησης. Η περίπτωση της Ιταλίας, όπου σημειώνεται στροφή 180ο σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση, είναι χαρακτηριστική. Υπάρχει πολιτική βούληση για να σωθούν ανθρώπινες ζωές και ο Ματέο Ρέντσι πολύ εύγλωττα αποφεύγει τη συζήτηση για το κόστος, λέγοντας: «Εμείς, δεν θα γυρίσουμε από την άλλη πλευρά, όταν οι άνθρωποι πνίγονται». Δεν μπαίνει καν στη συζήτηση στην οποία προσπαθούν να τον εμπλέξουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης για το πόσα δίνει για τους ανάπηρους στην Ιταλία και πόσο δίνει για τους αιτούντες άσυλο ή τους μη νόμιμους μετανάστες. Η κυβέρνηση αποποινικοποίησε το θέμα της παράτυπης μετανάστευσης και μείωσε σε ένα μήνα αντί για τρεις τη μάξιμουμ κράτηση. Αυτά είναι θέματα πολιτικής βούλησης που δίνουν πολύ δυνατά μηνύματα στον πληθυσμό. Αφετέρου, χρειάζονται εκστρατείες πληροφόρησης, εκστρατείες ευαισθητοποίησης των δασκάλων, των αστυνομικών, των κοινωνικών λειτουργών και των δικαστικών. Στο πλαίσιο του Ξένιου Δία έγιναν πολλές συλλήψεις, αλλά σχεδόν αποσιωπήθηκε ότι ελάχιστοι βρέθηκαν χωρίς χαρτιά και ότι αυτό κόστισε πολλές εργατοώρες στην ελληνική αστυνομία, όταν παράλληλα οι πολίτες αισθάνονται πως δεν υπάρχει αρκετή καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, των ληστειών, της σημαντικής παραβατικότητας. Η αστυνομία, όπως και οι υπόλοιπες υπηρεσίες, υποφέρει από έλλειψη πόρων, αλλά όλοι οι αστυνομικοί αναγκάζονται να βγουν στο δρόμο και να σταματούν μελαμψούς ανθρώπους, για να δουν αν έχουν χαρτιά. Παράλληλα, δεν έχουν γίνει αρκετές έρευνες για το θέμα του ρατσιστικού λόγου. Στα σχολεία, υπήρξαν κάποιες που έδειχναν ότι οι μαθητές έχουν ρατσιστικές προκαταλήψεις. αυτό είναι ένα θέμα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Τι πολίτες φτιάχνουμε για το αύριο; Ενσπείρουμε τις διακρίσεις και το διαχωρισμό ή την αλληλεγγύη;

Περισσότερες πληροφορίες: 
Η έρευνα ΜΙΔΑΣ, που καλύπτει την περίοδο 2008-2013, εκπονήθηκε από τις Άννα Τριανταφυλλίδου, Δανάη Αγγελή και Αγγελική Δημητριάδη. Το πλήρες κείμενο της έκθεσης συμπερασμάτων της είναι διαθέσιμο εδώ: http://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2014/11/MIDAS-REPORT-GR-1.pdf.

*Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν κείμενο δεν αντανακλούν κατ’ ανάγκη την επίσημη άποψη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

 

http://www.unhcr.gr/1againstracism/lipi-o-metriopathis-ke-pliroforimenos-logos-gia-tous-metanastes/

σχόλια