Ευρώπη

Η οδύσσεια μιας οικογένειας Σύρων προσφύγων

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

5677

Το ταξίδι προς την «ελευθερία» ενός ζευγαριού με τα δύο παιδιά του διαρκεί ήδη… είκοσι χρόνια κι ακόμη δεν έχουν φτάσει στον προορισμό τους.

 

Της Ελλης Πάνου

Η οικογένεια, ένα ζευγάρι με τα δύο παιδιά τους, κάθεται σε μια γωνιά ενός καφέ, απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Βιέννης. Με τις αποσκευές δίπλα τους, το αγοράκι κοιμάται βαθιά καθιστό στην καρέκλα, η αδελφή του προσπαθεί να ξεκουραστεί έχοντας γείρει πάνω στο τραπέζι, οι γονείς -εξαντλημένοι και φοβισμένοι- δεν τολμούν να κλείσουν τα μάτια.

Το ταξίδι τους προς τη δυσεύρετη ελευθερία ήταν βασανιστικό, πολύ μακρύ -διαρκεί αρκετά χρόνια τώρα- κι ακόμα δεν έχει τελειώσει. Είναι πρόσφυγες με αρχική αφετηρία τη Συρία, πολλά πισωγυρίσματα και ενδιάμεσους σταθμούς σε τρεις ηπείρους. Την απίστευτη οδύσσειά τους καταγράφει ο Μάθιου Πράις στο BBC, ο οποίος τους συνάντησε στην Αυστρία λίγες ώρες μετά την άφιξη του τρένου τους από την Μπολόνια της Ιταλίας. Η οικογένεια είχε στριμωχτεί σε ένα βαγόνι όλη τη νύχτα, χωρίς να ξέρει τι την περιμένει όταν θα φτάσει στη Βιέννη. Χωρίς να ξέρει εάν θα καταφέρει καν να φτάσει.

 

Στην Ιταλία τούς είπαν να επιλέξουν «να μείνουν ή να φύγουν» λέει η μητέρα, η οποία δεν θέλει να δημοσιοποιηθεί το όνομά της για τον φόβο των αντιποίνων εις βάρος συγγενών που έχουν μείνει πίσω στη Συρία. Ο Μάθιου Πράις διάλεξε γι’ αυτήν το όνομα Αμάλ. «Δεν υπήρχε περίπτωση να βρούμε δουλειά στην Ιταλία» λέει, η οικονομική κατάσταση εκεί είναι πολύ δύσκολη και οι περισσότεροι μετανάστες προτιμούν να κινηθούν προς την κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

 

«Για τα παιδιά μου»

 

«Το μόνο που θέλω είναι μια καλύτερη ζωή και σταθερότητα για τα παιδιά μου» λέει η Αμάλ, φανερά κουρασμένη, με δάκρυα στα μάτια. «Θέλω να πάνε σχολείο και να ζήσουν όπως όλα τα παιδιά του κόσμου. Με ρωτάνε πολλές φορές: Πού είναι το σπίτι μας, μαμά; Η κόρη μου με ρωτάει εάν θα έχει ποτέ δικό της κρεβάτι – θέλει να κοιμηθεί στο δικό της κρεβάτι. Τόσο απλά. Και δεν ξέρω τι να της πω».

 

Αυτή η οδύσσεια ξεκίνησε πριν από μια 20ετία περίπου, όταν η Αμάλ παντρεύτηκε τον σύζυγό της, έναν αρχιτέκτονα. Το πρώτο τους παιδί γεννήθηκε έπειτα από μερικά χρόνια. Η Αμάλ είναι μουσουλμάνα και ο σύζυγός της χριστιανός. Από την αρχή, λένε, υπέστησαν συνεχείς διωγμούς λόγω του «μεικτού» γάμου. Ετσι το 2000 αποφάσισαν να φύγουν για τη Λιβύη. Εζησαν εκεί 11 χρόνια μέχρι που τους βρήκε η εξέγερση κατά του Καντάφι. Επέστρεψαν πάλι στη Συρία, όπου είχαν ακόμα δύο ακίνητα στην ιδιοκτησία τους.

 

«Με συνέλαβαν μόλις φτάσαμε στο αεροδρόμιο» λέει η Αμάλ. Καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση ως τιμωρία «επειδή έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας και ντρόπιασε την κυβέρνηση». Ο σύζυγός της πούλησε τα ακίνητά τους και κατάφερε να δωροδοκήσει τους δικαστές με 100.000 δολάρια. Ετσι η ποινή της μειώθηκε στους οχτώ μήνες.

 

Μόλις αφέθηκε ελεύθερη, η οικογένεια πήρε πάλι τις βαλίτσες στο χέρι. Με όσα χρήματα τους είχαν απομείνει, πήγαν αεροπορικώς στην Αίγυπτο και εκεί ήρθαν σε επαφή με ένα κύκλωμα δουλεμπόρων, που τους μετέφεραν πάλι κρυφά στη Λιβύη. Ηλπιζαν ότι θα καταφέρουν να στήσουν εκεί το σπίτι τους, αλλά η χώρα ήταν ακόμα εξαιρετικά ασταθής. Λίγους μήνες αργότερα ζήτησαν από τους δουλέμπορους να τους πάνε στην Ευρώπη. «Ημασταν 200 άνθρωποι στριμωγμένοι στο σπίτι του δουλέμπορου» λέει η Αμάλ, «μείναμε εκεί οχτώ μέρες» και μετά επιβιβάστηκαν σε βάρκα για ένα ταξίδι που ήταν παγίδα θανάτου. Ενα ταξίδι αυτοκτονίας. «Τα παιδιά ήταν τόσο τρομαγμένα, που το μετάνιωσα. Η βάρκα ήταν σε άθλια κατάσταση. Μας είχαν πει ότι ήταν μεγάλο σκάφος και ότι το ταξίδι θα ήταν άνετο».

 

Εφτασαν στη Λαμπεντούζα και ευχαρίστησαν τον Θεό. Οι Αρχές τούς στέγασαν σε ένα ασφυκτικά γεμάτο μικρό κέντρο υποδοχής, όπου κατέφταναν διαρκώς νέα κύματα ταλαιπωρημένων μεταναστών. Υστερα από μερικές μέρες τούς μετέφεραν, αεροπορικώς με έξοδα της κυβέρνησης, σε άλλο κέντρο στη Φότζια της νότιας Ιταλίας. Εκεί τους είπαν: «Εχετε τρεις μέρες να υποβάλετε αίτηση για άσυλο ή να φύγετε». Αποφάσισαν να φύγουν. «Ο Ερυθρός Σταυρός μάς πήγε μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό. Κάποιος από το κέντρο προσφύγων μάς βοήθησε να κλείσουμε τα εισιτήρια. Πήραμε το τρένο για την Μπολόνια. Και μετά, άλλο για τη Βιέννη».

 

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, οι μετανάστες πρέπει να υποβάλλουν τα χαρτιά τους στις χώρες άφιξής τους. Και εκεί εξετάζονται τα αιτήματα περί χορήγησης ασύλου. Σύμφωνα με την Αμάλ ωστόσο, ορισμένοι αξιωματούχοι στην Ιταλία όχι μόνο τους επέτρεψαν, αλλά τους ενθάρρυναν κιόλας να φύγουν. Οι αυστριακές Αρχές, από την άλλη πλευρά των εθνικών συνόρων, πολλές φορές στέλνουν πίσω πρόσφυγες από τη Συρία, που φτάνουν, μέσω του Περάσματος Μπρένερ στις Αλπεις, από την Ιταλία χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα. Οι Ιταλοί διαμαρτύρονται για την αδιαφορία της Ε.Ε., δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο συνεχές κύμα των προσφύγων και κάνουν τις περισσότερες φορές τα στραβά μάτια.

 

Οι καλές εποχές

 

Πριν γίνουν όλα αυτά, λέει η Αμάλ, «η οικογένεια ζούσε μια σταθερή καθημερινότητα. Δεν μας έλειπε τίποτε. Ο σύζυγός μου είχε μια πολύ καλή δουλειά. Μπορούσαμε να παρέχουμε στα παιδιά μας ό,τι ήθελαν. Και τώρα; Αυτό είναι αδικία. Δεν κατηγορώ τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Κατηγορώ τις αραβικές που αρνούνται να μας δεχτούν. Είναι οι αραβικές κυβερνήσεις που μας ανάγκασαν να φύγουμε. Εάν δέχονταν πρόσφυγες από τη Συρία, δεν θα ήμασταν υποχρεωμένοι να μεταχειριστούμε παράνομους τρόπους για να φτάσουμε μέχρι εδώ». «Θέλω τα παιδιά μου να χαμογελάσουν πάλι» λέει η Αμάλ και με τις βαλίτσες στα χέρια η οικογένεια πήρε πάλι τον δρόμο. Με το τραμ θα έφταναν σε ένα άλλο κέντρο προσφύγων έξω από τη Βιέννη και εκεί θα υπέβαλλαν επίσημα αίτηση για χορήγηση ασύλου. Το ίδιο όνειρο έχουν άλλοι 200 συμπατριώτες τους -το ένα τρίτο εξ αυτών παιδιά- που έχουν αναζητήσει καταφύγιο εδώ και ένα μήνα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μιλάνου. Προσπάθησαν να διαφύγουν προς τη βόρεια Ευρώπη, αλλά τους σταμάτησαν στα σύνορα.

Οι περισσότεροι κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλον σε ένα μικρό δωμάτιο του σταθμού, άλλοι έχουν κατασκηνώσει στους διαδρόμους, χωρίς «πρόσβαση σε τουαλέτες, φαγητό, κουβέρτες, φάρμακα» λένε αξιωματούχοι. Δεν θέλουν να υποβάλουν στην Ιταλία αίτημα ασύλου γιατί δεν επιθυμούν να εγκλωβιστούν εκεί εν μέσω κρίσης. Ο επιθυμητός προορισμός τους είναι η Αυστρία, η Γαλλία, η Ελβετία και η Γερμανία, αλλά στα σύνορα οι Αρχές αυτών των χωρών πάντα τους πιάνουν και «φορτώνουν» πάλι το «πρόβλημα» στους Ιταλούς.

Οι ιταλικές Αρχές, ρίχνοντας αλάτι στην πληγή, φαίνεται ότι αποφάσισαν να «τιμωρήσουν» τους επιζώντες του ναυαγίου ανοικτά της Λαμπεντούζα, διοργανώνοντας την επιμνημόσυνη δέηση για τα θύματα -συγγενείς, φίλοι, συνταξιδιώτες τους- στο μικρό λιμάνι Αγκριτζέντο της… Σικελίας, 200 χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο που τους φιλοξενεί στη Λαμπεντούζα. Εκατό από αυτούς προσπάθησαν να παραβιάσουν τον φράκτη του λιμανιού και να επιβιβαστούν στο φέρι για τη Σικελία, αξιωματούχος του υπουργείου Εσωτερικών ωστόσο αρνήθηκε να τους δώσει άδεια να επιβιβαστούν. «Ενας από εμάς έχασε τα τρία του παιδιά του και τη σύζυγό του», είπαν οι μετανάστες, «και θέλουμε να πάμε νόμιμα στις κηδείες. Το μόνο που επιθυμούμε είναι να αποχαιρετήσουμε όσους χάθηκαν στη θάλασσα». Ο υπουργός Εσωτερικών Αλφάνο πήγε στο Αγκριτζέντο, όπως και η υπουργός Μετανάστευσης και ο πρεσβευτής της Ερυθραίας. Η δήμαρχος της Λαμπεντούζα όμως αρνήθηκε να παραστεί, το ίδιο και ο δήμαρχος του Αγκριτζέντο, χαρακτηρίζοντας την τελετή «φάρσα». «Το λιμάνι μας δεν έχει υποδεχθεί ούτε μια βάρκα με μετανάστες», είπε ο Μάρκο Ζαμπούτο. «Και η παρουσία εκπροσώπου της κυβέρνησης της Ερυθραίας στην τελετή αποτελεί ακόμα μία προσβολή για όσους χάθηκαν».

 

Δείτε εδώ την αρχική δημοσίευση.

 

Σχόλια